Saturday, November 2, 2013

Αρχίσαμε!



. « Καλημέρα τι κάνεις; Να'σαι πάντα καλά-κι όταν είσαι κοντά μου -κι όταν είσαι μακρυά-να'ναι κάθ.» - όχι. .«μια καινούρια αρχ.» - ΟΧΙ, είπα!
Άνοιξα τα μάτια. Το ξυπνητήρι δεν έπαιζε το γνώριμο ήχο του. Δεν έκανε αυτό που εγώ του έβαλα να κάνει. Όχι, δεν είναι δυνατόν σκέφτηκα. Δεν γίνεται, δεν μπορεί να συμβαίνει. Άκουγα πάλι την κυρά Δέσποινα, την κυρά Δέσποινα που κάθε πρωί στις 6 ξυπνούσε τον κανακάρη της, τον μονάκριβο γιο της, τον «κορυφαίο» πρωτοετή φοιτητή της Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, αυτό το τέρας ευφυΐας, που όταν τον ρωτούσες «τι κάνεις», απαντούσε « η μαμά μου λέει ότι κρύωσα». Έ λ ε ο ς!. Την ώρα που εγώ ξάπλωνα να κοιμηθώ, μετά από μια κοπιαστική νύχτα μελέτης [γκούχου γκούχου], αυτή του τραγουδούσε το πρωί για να τον ξυπνήσει να διαβάσει. Κι εγώ την άκουγα πάλι. Αλλά. γιατί  την ακούω, αφού δεν είμαι πια φοιτητής και ούτε μένω στα Γιάννινα;  Όχι, ρε με πήρε πάλι ο ύπνος. Εφιάλτης. Τι ώρα είναι; Επτάμιση. Τα κορίτσια. Τα κορίτσια  θα αργήσουν. - Κορίτσιααααα- κορίτσιιια λέω, σηκωθείτε! -Μμμ!  (μουγκρητό από το υπερπέραν). - Κορίτσια σας παρακαλώ θα αργήσετε στο σχολείο, άντε! -Μμμ! Τώρα. [ αυτό δεν το καταλαβαίνω. Πώς γίνεται ρε παιδί μου να έχεις αργήσει για το σχολείο, να είσαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι, να ξέρεις ότι έχει να σηκωθείς- να ντυθείς- να πλυθείς- να χτενιστείς- να πετάς  ένα ξερό τώρα και να περνάνε 10 λεπτά ακόμη στο κρεβάτι.] - Κορίτσια , σας το λέω για πέμπτη φορά. Σηκωθείτε!. Ακούω νερό βρύσης. Οκ όρθιες είναι. Πλένονται. Ακούγεται η πρώτη φωνή. -Δικό μου είναι. Άστο κάτω. (ωχ) -Ναι, αλλά σου είπα ότι εγώ θα το φορέσω. (ωχ ωχ ). -Ναι, αλλά εγώ σου είπα όχι. Άστο κάτω. (ωχ ωχ ωχ ). -Μπαμπάαααααα, μπαμπάαααα έλα λίγο! (ωχ παναήαμ αρχίσαμε). Καυγάς! Ξεκίνησε. Και η ώρα είναι οκτώ παρά πέντε. -Μωράκια μου γλυκά τι συμβαίνει; [κυνηγητό σε όλο το σπίτι, φωνές, μαλώματα, φασαρία, δυο γονείς σε απόγνωση να προσπαθούν χωρίσουν τα διαπλεκόμενα σε κοκορομαχία μέρη και ο χρόνος παράλληλα να περνάει.τικ τακ τικ τακ.] -Εντάξει φόρεσέ το. -Οκ. Κι εγώ θα σου αφήσω να φορέσεις την μπλούζα την μαύρη. -Έγινε αδερφούλα μου. [παγωτό- κάγκελο- άγαλμα- ανοικτό στόμα] -ε;;;; ΕΕΕΕ;;; Πλάκα κάνετε! Τόσος καυγάς, τόση ένταση και φωνή, ξυπνήσαμε όλη την οικοδομή για ένα παντελόνι και τελειώνει τόσο απλά; Ε; [στράβωσε το στόμα μου- ήμουν στα όρια εγκεφαλικού] -Ωχ μωρέ μπαμπά, πώς κάνεις έτσι; Δεν πρέπει να ξυπνήσουμε; Νυσταγμένες θα πάμε σχολείο; Κόκκαλο. -Έλα, αργείς δώσε λεφτά να πάρουμε κάτι για φαγητό και τα λέμε το μεσημέρι. Φιλιάααααα, σματς σμουτς στο μάγουλο.
Μείναμε περισσότερο από 5' αποσβολωμένοι να κοιταζόμαστε εγώ και η γυναίκα μου. Αδρανείς σαν δύο άδεια και πεταμένα σακιά από λινάτσα. Δεν μπορούσαμε να αρθρώσουμε λέξη. Αυτό ήταν. Ξεκίνησε. Εφηβεία. Κρύος ιδρώτας μας έλουσε. Προσπαθούσαμε όλο το πρωινό να ανατρέξουμε στις αποθήκες του μυαλού μας, προσπαθούσαμε να ανασύρουμε από τα χιλιάδες γιγαμπάιτς μνήμης του δικού μας σκληρού δίσκου, καταστάσεις και γεγονότα που βιώσαμε παιδιά, ώστε να βρούμε την λύση. Πρώτο δείγμα αρνητικό. Την πατήσαμε δικέ μου, την πατήσαμε. Μεγάλωσαν γαμώτο. [ κιόλας! ]
 Το άγουρο γαϊδούρι

No comments:

Post a Comment